Κι άλλο εύρημα από τα παλιά μου αρχεία. Μην ανησυχείτε, δεν έγραφα τόσο πολύ παλιά απλώς ό,τι έγραφα το φύλαγα με την ελπίδα ότι κάποτε θα μου χρησιμεύσει. Ορίστε, μου χρησίμευσε.
«Άργησες», ψιθύρισε η Κλάρα, και άρπαξε τον άγνωστο από το μανίκι του.
Τον τράβηξε από τη βρεγμένη πλατεία μέσα στη ζεστή, χρυσαφένια είσοδο του Ξενοδοχείου. Και πριν προλάβει ο άνθρωπος να αρθρώσει λέξη, ξεκίνησε επάνω του εργασίες ανακαίνισης, άνευ αδείας: ίσιωσε το μουσκεμένο γιακά του, τίναξε κατί σταγόνες από τον ώμο του και πέρασε το μπράτσο της σφιχτά μέσα από το δικό του.
«Άκουσέ με προσεκτικά», ψιθύρισε, οδηγώντας τον με βήμα στρατιωτικό προς την αίθουσα δεξιώσεων. «Εκεί μέσα είναι ο πρώην αρραβωνιαστικός μου. Αυτή τη στιγμή λέει σε όλους ότι είμαι “συναισθηματικά συντετριμμένη”. Εσύ θα του αποδείξεις ότι κάνει λάθος.»
Ο άγνωστος την κοίταξε από ψηλά. Ήταν ψηλός, με σκούρα σγουρά μαλλιά και μάτια που περιείχαν επικίνδυνη ποσότητα διασκέδασης.
«Θα του αποδείξω, ε;»
«Ναι. Σε λένε Κωνσταντίνο. Είσαι παιδοχειρουργός. Κάνεις εθελοντισμό στην Αφρική. Και με βρίσκεις απολύτως γοητευτική.»
«Στην Αφρική», επανέλαβε ο άντρας, ζυγίζοντας τη λέξη στο στόμα του. «Λίγο μακριά για δουλειά.»
«Μη γίνεσαι δύσκολος, Κωνσταντίνε. Χαμογέλα και συμφώνα. Αν τα καταφέρεις, θα σου αγοράζω το ακριβότερο ουίσκι του καταλόγου.»
Έφτασαν στις πόρτες της αίθουσας. Η Κλάρα πήρε μια βαθιά ανάσα, φόρεσε ένα εκθαμβωτικό χαμόγελο και έσυρε τον άγνωστο μέσα.
Δούλεψε καλύτερα από ‘τι περίμενε. Όταν ο πρώην, ο Γρηγόρης, πλησίασε με το βλέμμα του ανθρώπου που έρχεται να συλλυπηθεί, ο «Κωνσταντίνος» δεν έπαιξε απλώς τον ρόλο του. Ανέλαβε την παράσταση.
«Εσύ πρέπει να είσαι ο Γρηγόρης», είπε, με φωνή βαθιά και με χροιά, σαν παλαιωμένο κρασί. Άπλωσε το χέρι. «Η Κλάρα μιλάει για σένα. Κυρίως για το πόσο ανακουφισμένη είναι που βρήκες κάποια πιο… του επιπέδου σου.»
Ο Γρηγόρης κοκκίνισε. «Και εσύ είσαι;»
«Ο Κωνσταντίνος», είπε ο άγνωστος και τράβηξε την Κλάρα πιο κοντά. Το χέρι του ακούμπησε στη μέση της, ζεστό και σταθερό. «Αυτός που ξυπνάει πια δίπλα της.»
Η καρδιά της Κλάρας φτερούγισε στα πλευρά της σαν να ζητούσε έξοδο κινδύνου. Και όχι από το ψέμα. Το ψέμα το είχε γράψει η ίδια, το ήξερε απέξω. Από τον τρόπο που την κοιτούσε. Δεν έμοιαζε με ερμηνεία. Έμοιαζε τρομακτικά αληθινό, και το αληθινό δεν ήταν πουθενά στο σενάριο.
Για τις επόμενες ώρες, υπήρξαν το χρυσό ζευγάρι της βραδιάς. Γοήτευσε τη μητέρα της. Έκανε τη ζηλιάρα ξαδέρφη της να γελάσει, επίτευγμα που στην οικογένεια θεωρούνταν θεωρητικά αδύνατο. Χόρεψε μαζί της με μια άνεση που την έκανε να ξεχάσει, για λίγο, ότι όλο αυτό ήταν παιχνίδι. Πράγμα επικίνδυνο, γιατί τα παιχνίδια τα κερδίζεις μόνο όσο θυμάσαι ότι παίζεις.
Όταν η μουσική έπεσε, βγήκαν στο μπαλκόνι για αέρα. Η βροχή είχε σταματήσει. Η πλατεία κάτω γυάλιζε, φρεσκοπλυμένη, σαν να είχε βάλει κι αυτή τα καλά της.
«Είσαι καλός σε αυτό», είπε η Κλάρα, ακουμπώντας στο κάγκελο. Ένιωσε ένα παράξενο τσίμπημα λύπης που η βραδιά τελείωνε από εκείνα που δεν ομολογεί κανείς ούτε στον εαυτό του, πόσο μάλλον σε άγνωστο με ξένο όνομα. «Σου χρωστάω εκείνο το ουίσκι. Και δεν ξέρω καν το αληθινό σου όνομα.»
Ο άντρας χαμογέλασε. Αυτή τη φορά, όμως, το χαμόγελο είχε κάτι το απολογητικό. Έβαλε το χέρι στην εσωτερική τσέπη του παλτού του.
«Δεν χρειάζεται να μου αγοράσεις το ποτό, Κλάρα», είπε. «Αλλά πρέπει να διαβάσεις αυτό.»

Leave a Reply