Πριν από δύο περίπου χρόνια αγόρασα μια πένα και, από τότε, δεν έχω καταφέρει να πάρω τον εαυτό μου στα σοβαρά.
Είναι μια πένα που δεν χρειάζομαι. Τίποτα από όσα γράφω δεν την απαιτεί. Ένα στυλό Bic θα ήταν μια χαρά. Το Bic, από πολλές απόψεις, θα ήταν ποιο πρακτικό. Δεν θα έσταζε, δεν θα χρειαζόταν το δικό του μπουκαλάκι με μελάνι, δεν θα βρισκόταν ξαπλωμένο στο πλάι μέσα στην τσάντα μου και δεν θα έσταζε πάνω σε ένα βιβλίο που είχα διαβάσει μέχρι τη μέση. Το Bic δεν μου απαιτεί τίποτα. Η πένα, απο την άλλη, απαιτεί τα πάντα: μια συγκεκριμένη γωνία, ένα συγκεκριμένο χαρτί, ένα συγκεκριμένο ρυθμό. Είναι το πιο απαιτητικό αντικείμενο που έχω, και το αγόρασα επίτηδες.
Σκεφτόμουν πρόσφατα το γιατί.
Το σημειωματάριο είναι το άλλο μισό αυτής της ιστορίας. Το αγόρασα επίσης σκόπιμα. Όχι μάρκας, λίγο φθαρμένο πια, αρκετά μικρό για να χωράει σε οποιαδήποτε τσάντα μου και αρκετά μεγάλο ώστε να μην έχω ποτέ δικαιολογία να μην το παίρνω μαζί μου.
Σε αυτό το σημειωματάριο έχω γράψει:
Λίστες για ψώνια.
Το όνομα ενός κρασιού που ήπια τον Οκτώβριο και που θα ήθελα να ξαναπιώ.
Τρεις στίχους ενός ποιήματος που δεν θα τελειώσω ποτέ.
Τη διεύθυνση κάποιου που δεν θα ξαναδώ.
Μια ζωγραφιά μιας γάτας που είδα σε ένα μπαλκόνι στο Πάγγρατι.
Την πρόταση «αυτή η συζήτηση δε πάει καλά», γραμμένη κάτω από ένα τραπέζι σε ένα δείπνο.
Τίποτα από αυτά δεν χρειαζόταν να γραφτεί. Όλα θα μπορούσαν να είχαν “αποθηκευτεί” εξίσου καλά στο τηλέφωνό μου. Το τηλέφωνο θα ήταν ευκολότερο, γρηγορότερο, με δυνατότητα αναζήτησης, πιο αποδοτικό. Το τηλέφωνο επίσης, όπως έχω παρατηρήσει, θα τα είχε διαγράψει.
Κάτι που γράφεται σε ένα κινητό έχει την ίδια βαρύτητα με όλα τα άλλα μέσα σε ένα κινητό, δηλαδή: καθόλου. Εντάσσεται στο μεγάλο, αδιαφοροποίητο κύμα ειδοποιήσεων, καρτελών, screenshot και ξεχασμένων προσχεδίων. Δεν γίνεται αντικείμενο. Είναι μια σειρά χαρακτήρων στο κενό.
Κάτι που γράφεται σε ένα σημειωματάριο είναι ένα πράγμα στον κόσμο. Έχει ημερομηνία. Έχει το δικό μου χειρόγραφο, το οποίο είναι ντροπιαστικό και ελαφρώς διαφορετικό τις κακές μέρες. Κοστίζει κάτι να το γράψω εκεί, μια μικρή τελετουργία, μια παύση, μια σύντομη διαπραγμάτευση με τη πένα. Και σε αντάλλαγμα, αποκτά υπόσταση. Μπορώ να επιστρέψω σε αυτό. Μπορεί να μουτζουρωθεί, να το μετανιώσω, να το σχίσω. Το μέσο του δίνει βαρύτητα.
Αυτό είναι, με μια λέξη, θέατρο.
Είμαι υπέρ του θεάτρου στην καθημερινή ζωή. Δεν εννοώ ότι θέλω να γίνομαι μελοδραματική, αλλά δεν το αποκλείω κιόλας. Εννοώ ότι οι περισσότερες ζωές είναι πλέον υπερβολικά αποδοτικές, και αυτή η αποδοτικότητα είναι που κάνει όλους δυστυχισμένους(;). Έχουμε εξαλείψει τις μικρές τελετές στο όνομα της ελευθερίας, και αυτό που στην πραγματικότητα καταφέραμε είναι να γίνουμε πολύ, πολύ ελεύθεροι από οτιδήποτε έχει σημασία.
Το σημειωματάριο είναι ένα μικρό κομμάτι θεάτρου ενάντια σε αυτό. Το ίδιο και η πένα. Το ίδιο ισχύει και για το να ετοιμάζεις τα ρούχα της επόμενης μέρας από το προηγούμενο βράδυ, ακόμα κι αν θα μπορούσες απλά να ανοίξεις ένα συρτάρι στις 8 το πρωί. Το ίδιο ισχύει και για το να γράφεις ένα χειρόγραφο γράμμα, σε κάποιον στον οποίο θα μπορούσες να στείλεις μήνυμα. Το ίδιο ισχύει και για το να αγοράζεις λουλούδια για τον εαυτό σου μια Τετάρτη χωρίς κανένα απολύτως λόγο (guilty). Τα λουλούδια δεν είναι καλύτερα επειδή είναι θεατρικά.
Εσύ είσαι.
Από τότε που άρχισα να δίνω προσοχή σε αυτό, έχω γίνει μια συλλέκτρια μικρών “θεάτρων”. Ανάβω ένα κερί για να διαβάσω, γιατί να ανάβείς το σπίρτο είναι ένας τρόπος να πω στον εαυτό μου: «Τώρα διαβάζουμε». Έχω ένα συγκεκριμένο ποτήρι για νερό που χρησιμοποιώ μόνο όταν γράφω, κάτι που είναι παράλογο, αλλά δουλεύει. Διατηρώ ένα μικρό τελετουργικό να φτιάχνω καφέ τα πρωινά της Κυριακής, και αυτό κάνει τώρα περισσότερα για την εβδομάδα μου από οποιοδήποτε σύστημα παραγωγικότητας που έχω δοκιμάσει στο παρελθόν. Μερικές φορές βάζω άρωμα χωρίς κανένα λόγο. Τίποτα από αυτά δεν είναι απαραίτητο. Όλα αυτά είναι, με τον δικό τους μικρό τρόπο, μια αλλαγή κοστουμιού. Δεν κάθομαι απλώς για να κάνω κάτι. Μπαίνω στο θέατρο του πράγματος.
Ξέρω πώς ακούγεται αυτό. Ξέρω ότι κάποιος που κουβαλάει ένα σημειωματάριο και γράφει με πένα ακούγεται σαν κάποιος που θα ήθελε επίσης να σου μιλήσει για τις αναγνωστικές του συνήθειες. Είμαι σίγουρη ότι έχω φανεί γελοία σε αρκετούς σε διάφορα καφέ. Τουλάχιστον μία φορά, ένας άντρας που είχε έρθει ειδικά για να με ρωτήσει, με τόνο τόσο απόλυτης βεβαιότητας, αν έγραφα το μυθιστόρημά μου, και για μια στιγμή ένιωσα ότι ίσως το έκανα και απλά δεν το είχα συνειδητοποιήσει.
Δεν έγραφα το μυθιστόρημά μου. Έγραφα Ντομάτες, φέτα, ψωμί.
Αλλά ντομάτες, φέτα, ψωμί, γραμμένα με πένα, σε ένα σημειωματάριο, ένα απόγευμα της Τρίτης, συγγνώμη αλλά αυτό έχει υπόσταση. Είναι ένα πράγμα στον κόσμο. Ο άντρας έκανε λάθος για το μυθιστόρημα και είχε δίκιο για αυτό που διαισθάνθηκε. Κάτι είχε καταγραφεί με περισσότερη προσοχή από ό,τι άξιζε, και αυτό είναι, αν το καλοσκεφτείς, ο μόνος ορισμός της γραφής που είμαι πρόθυμη να υπερασπιστώ.
Η ειλικρινής απάντηση είναι ότι το κάνω αυτό γιατί έτσι νιώθω ότι η ζωή μου μου ανήκει.
Το τηλέφωνο, παρά την ευκολία που προσφέρει, δίνει την αίσθηση του τυποποιημένου. Ξέρει πράγματα που δεν του έχω πει, προτείνει πράγματα που δεν έχω ζητήσει, με παρακολουθεί. Το σημειωματάριο είναι δικό μου με έναν τρόπο που τίποτα άλλο δεν είναι πραγματικά. Δεν θα πει σε κανέναν τι περιέχει. Δεν θα διορθώσει αυτόματα το «parmesan» σε «parmegano» και δεν θα αλλάξει σιωπηλά τις προτιμήσεις μου.
Και η πένα που ντρέπομαι αόριστα που την έχω και θα υπερασπιστώ μέχρι θανάτου, με επιβραδύνει αρκετά ώστε να προσέχω τι γράφω. Αυτή είναι η μόνη της λειτουργία. Είναι ένα μικρό, ακριβό, ελαφρώς διαρρέον φρένο. Χωρίς αυτό, θα έγραφα με τον τρόπο που σκέφτομαι, που είναι γρήγορος και ατελής και γεμάτος τυπογραφικά λάθη. Με αυτό, γράφω με τον τρόπο που θα ήθελα να σκέφτομαι.
Και η λίστα με τα ψώνια βγαίνει καλύτερη.
— Α

Leave a Reply