Προς το τέλος της σεζόν

Τις προάλλες κρύωσα λίγο, καθισμένη έξω μετά τη βάρδια, και για μερικά δευτερόλεπτα δεν ήξερα τι να κάνω με αυτή την πληροφορία. Είχα συνηθίσει τόσο πολύ να ζεσταίνομαι που το δροσερό αεράκι μού φάνηκε προσωπική εξυπηρέτηση.

Κάπως έτσι καταλαβαίνεις ότι πλησιάζει το τέλος της σεζόν. Οι πελάτες παραγγέλνουν ακόμα κοκτέιλ, εμείς τρέχουμε ακόμα, αλλά το βράδυ μπορείς να καθίσεις χωρίς να κολλάς στην καρέκλα. Αρχίζεις να θυμάσαι ότι το σώμα σου διαθέτει κι άλλες αισθήσεις πέρα από τη ζέστη και το πονάω-κάπου-θα-το-βρω-μετά.

Τον Ιούνιο έγραφα για τις πρώτες μου μέρες εδώ. Είχα μόλις φτάσει, παρατηρούσα τους πάντες και είχα αρκετή ενέργεια ώστε να κάνω την κούρασή μου ενδιαφέρουσα στα χαρτιά.

Τη συμπαθώ εκείνη την κοπέλα. Θα της έλεγα να καθίσει όσο προλαβαίνει.

Ο Αύγουστος ήταν πολύς.

Πολύς κόσμος, πολλή ζέστη, πολλές φωνές που έλεγαν το όνομά μου από διαφορετικές κατευθύνσεις. Στην αρχή γύριζα ολόκληρη. Αργότερα μόνο το κεφάλι. Προς το τέλος του μήνα σήκωνα ένα φρύδι και περίμενα να δω αν επρόκειτο για κάτι που απαιτούσε και το υπόλοιπο σώμα.

Η ζέστη βρισκόταν παντού. Κάτω από τα μαλλιά, πίσω από τα γόνατα, μέσα στα καθαρά ρούχα που είχες φορέσει πριν από λίγο με μια αισιοδοξία εντελώς αδικαιολόγητη. Έκανες ντους, ντυνόσουν, έβγαινες και αναρωτιόσουν μήπως μπορούσες να επιστρέψεις για άλλο ένα.

Και όλοι, φυσικά, ήθελαν να κάθονται έξω. Τους καταλάβαινα. Είχαν έρθει για καλοκαίρι. Εγώ θα είχα εκτιμήσει λίγο Νοέμβριο ανάμεσα στις έξι και στις εννιά.

Αυτό όμως που με δυσκόλεψε περισσότερο ήταν το πόσο ίδια ξυπνούσα κάθε μέρα. Περίμενα ότι ο ύπνος θα έκανε τη δουλειά του, ότι κάπου μέσα στη νύχτα θα έφευγε η προηγούμενη κούραση από πάνω μου. Κάποιες φορές ξυπνούσα και ήταν ακόμα εκεί. Στα πόδια, στους ώμους, στην απροθυμία μου να ακούσω την πρώτη ερώτηση της ημέρας, ακόμα κι αν η ερώτηση ήταν αν ήθελα καφέ.

Ήθελα. Απλώς ήθελα να το είχαμε συνεννοηθεί χωρίς λόγια.

Υπήρχαν βράδια που γύριζα στο δωμάτιο και καθόμουν στην άκρη του κρεβατιού με τα παπούτσια. Το κινητό άναβε δίπλα μου, κάποιος είχε στείλει κάτι, και σκεφτόμουν ότι θα απαντήσω μόλις κάνω ένα ντους. Μετά το ντους σκεφτόμουν αύριο. Το αύριο είχε ήδη τις δικές του υποχρεώσεις και δεν ενθουσιαζόταν με τις επιπλέον.

Αν σας άφησα στο διαβάστηκε, λοιπόν, υπάρχει σοβαρή πιθανότητα να σας συμπαθώ ακόμα. Απλώς χρειάστηκε να διαλέξω ανάμεσα στην κοινωνική μου ζωή και στο να λούσω τα μαλλιά μου, και ούτε τα μαλλιά μου κέρδιζαν πάντοτε.

Στη δουλειά, πάντως, έγινα καλύτερη. Αυτό οφείλω να μου το αναγνωρίσω, γιατί σπάνια χάνω ευκαιρία να κάνω το αντίθετο.

Ξέρω πλέον πού βρίσκεται το καθετί. Ακούω μια ερώτηση και το χέρι μου έχει αρχίσει να δείχνει πριν ολοκληρωθεί η πρόταση. Μπορώ να καταλάβω πότε ένα τραπέζι θέλει κάτι από τον τρόπο που κοιτάζει ο ένας τον άλλον, λίγο πριν αποφασίσουν ποιος θα αναλάβει να με φωνάξει.

Επίσης έμαθα να λέω «μισό λεπτό» με ηρεμία ενώ μέσα στο κεφάλι μου μετακινούνται ταυτόχρονα δεκατέσσερα πράγματα. Κανένα από αυτά δεν είναι σκέψη για το μέλλον μου. Έχουμε αφήσει την προσωπική εξέλιξη για τον χειμώνα.

Η Πατρινιά δεν με παρακολουθεί πια για να δει αν χρειάζομαι διάσωση. Μου αφήνει κάτι, μου λέει δύο λέξεις και φεύγει. Την πρώτη φορά ένιωσα μια μικρή περηφάνια, την οποία δεν της ανακοίνωσα γιατί είχε δουλειά.

Με τους υπόλοιπους έχουμε αποκτήσει εκείνη την οικειότητα που δημιουργείται όταν βλέπεις κάποιον καθημερινά και κυρίως κουρασμένο. Ξέρουμε ποιος χρειάζεται να φάει πριν του μιλήσεις, ποιος αστειεύεται όταν έχει νεύρα και ποιος, όταν σωπάσει, καλύτερα να μείνει για λίγο ήσυχος.

Κάποιες μέρες δεν άντεχα κανέναν τους. Φαντάζομαι πως υπήρξε αμοιβαιότητα. Περάσαμε αρκετό χρόνο μαζί ώστε να μη χρειάζεται να κάνουμε πως αυτό είναι προσβολή.

Κι όμως, αργά, όταν καθόμασταν επιτέλους, μπορούσε κάποιος να επαναλάβει μια εντελώς συνηθισμένη φράση της βάρδιας και να γελάσουμε τόσο που να μας κοιτάξουν από το διπλανό τραπέζι. Δεν μπορώ να σας μεταφέρω το αστείο. Το δοκίμασα κάποτε σε μήνυμα και φάνηκε ότι χρειαζόμουν ξεκούραση.

Χρειαζόμουν. Αλλά ήταν και αστείο.

Τώρα έχει αρχίσει να αλλάζει ο αέρας.

Η μέρα παραμένει ζεστή, η θάλασσα ακόμα σε καλεί, αλλά μπορείς να περπατήσεις λίγο χωρίς να ψάχνεις απεγνωσμένα σε ποια πλευρά του δρόμου έχει σκιά. Το απόγευμα το φως πέφτει πιο μαλακά πάνω στα τραπέζια. Το βράδυ, όταν φυσάει, το αισθάνεσαι στον αυχένα και θέλεις να μείνεις έξω λίγο ακόμα.

Αυτό το «λίγο ακόμα» είχα καιρό να το θελήσω.

Τον Αύγουστο περίμενα κυρίως να τελειώσουν πράγματα. Να τελειώσει η βάρδια, η ζέστη, η συζήτηση που είχε ξεκινήσει τη στιγμή που πήγαινα να φάω. Τώρα πιάνω τον εαυτό μου να χαζεύει στον δρόμο για το δωμάτιο. Προχθές σταμάτησα να κοιτάξω τη θάλασσα χωρίς να βγάλω φωτογραφία, πράγμα που σημαίνει ότι το έκανα από προσωπικό ενδιαφέρον.

Δεν άδειασε ξαφνικά το νησί. Έχουμε ακόμα δουλειά, ακόμα μέρες που γυρίζω και δεν θέλω ούτε να ακούσω τη φωνή μου. Απλώς αρχίζουν να εμφανίζονται μικρά κενά. Προλαβαίνεις να πιεις το νερό σου. Μια κουβέντα μπορεί να ολοκληρωθεί χωρίς να φύγει ο ένας στη μέση κρατώντας κάτι.

Και ο καιρός βοηθάει τρομερά. Έχω γίνει πολύ πιο γενναιόδωρη απέναντι στην ανθρωπότητα από τότε που σταμάτησε να τρέχει ιδρώτας στην πλάτη μου. Θα ήθελα να αποδώσω αυτή τη μεταβολή σε κάποια εσωτερική δουλειά. Θα ήταν άδικο για το αεράκι.

Με ρωτάνε αν χαίρομαι που πλησιάζει το τέλος.

Χαίρομαι. Θέλω να γυρίσω στην Αθήνα, να κοιμηθώ χωρίς να υπολογίζω πόση ώρα έχω μέχρι να πρέπει να ετοιμαστώ, να ανοίξω την ντουλάπα μου και να επιλέξω ρούχα με κριτήριο κάτι πέρα από το αν είναι καθαρά.

Θέλω να δω τους ανθρώπους μου και να μπορώ να τους ακούσω. Να μου πουν μια ιστορία με όλες τις παρεκκλίσεις της, ακόμα κι εκείνες που κανονικά θα έκοβα ως επιμελήτρια.

Θέλω κι ένα πρωινό στο οποίο δεν θα πρέπει να αποδειχθεί χρήσιμο το ότι ξύπνησα.

Έχω βέβαια ήδη αρχίσει να φτιάχνω λίστα με όσα θα κάνω όταν επιστρέψω. Βιβλία, γράψιμο, βόλτες, κάτι καινούργιο να μάθω. Η γνωστή γυναίκα που, πριν ξεκουραστεί, έχει φροντίσει να γεμίσει τον ελεύθερο χρόνο της. Προσπαθώ να μη με πάρω πολύ στα σοβαρά. Προς το παρόν ο πρώτος στόχος είναι να αδειάσω τη βαλίτσα πριν ξαναχρειαστεί.

Ξέρω επίσης ότι κάποια πράγματα θα μου λείψουν. Θα μου λείψουν επιλεκτικά, υποψιάζομαι. Η μνήμη μου έχει την τάση να κρατάει το ωραίο φως και να ξεχνάει τι ώρα είχα φάει τελευταία φορά.

Γι’ αυτό το γράφω τώρα: κουράστηκα πολύ. Υπήρχαν ωραίες στιγμές, υπήρχαν άνθρωποι που χάρηκα που γνώρισα, και υπήρχαν μέρες που ήθελα απλώς να τελειώσουν. Όλα συνέβησαν μέσα στο ίδιο καλοκαίρι. Δεν σκοπεύω να διαλέξω μόνο όσα θα βγάλουν πιο χαριτωμένη την ιστορία.

Τα τρία βιβλία που είχα φέρει είναι ακόμα εδώ. Άνοιξα ξανά το ένα τις προάλλες και χρειάστηκε να γυρίσω μερικές σελίδες πίσω για να θυμηθώ ποιος μιλούσε σε ποιον και γιατί θα έπρεπε να με νοιάζει.

Διάβασα λίγο, καθισμένη έξω. Μετά έβαλα το δάχτυλο ανάμεσα στις σελίδες και κοίταξα απέναντι. Ακουγόταν μια μακρινή κουβέντα, και ο αέρας είχε αρχίσει πάλι να δροσίζει.

Η σεζόν δεν τελείωσε ακόμα. Σε λίγο θα έπρεπε να σηκωθώ κι εγώ.

Απόλαυσα όμως τη βραδινή δροσιά και διάβασα άλλη μία σελίδα.

— Α


Comments

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *