Κάθε Ιούνιο, ο μισός πλανήτης κάθεται και γράφει λίστες. «Πέντε νησιά». «Δέκα παραλίες». «Να μάθω surf». «Να διαβάσω τον Προυστ». Αυτό το γράφει κάποιος κάθε χρόνο από το 1913 και ο Προυστ περιμένει ακόμα, με την υπομονή ανθρώπου που έχει γράψει τρεις χιλιάδες σελίδες και ξέρει από αναμονή.
Δεν έχω τίποτα με τις λίστες. Έχω κάτι με το τι βάζουμε μέσα. Οι καλοκαιρινές λίστες γράφονται πάντα από τον χειμωνιάτικο εαυτό μας, αυτόν τον φιλόδοξο άγνωστο που πιστεύει ότι τον Αύγουστο θα είμαστε καλύτεροι άνθρωποι, πιο αθλητικοί, πιο πνευματικοί, με περισσότερη όρεξη για κουπί. Ο καλοκαιρινός εαυτός, όταν επιτέλους φτάνει, βρίσκει τη λίστα, τη διαβάζει, και πάει για ύπνο. Και κάπου εκεί αρχίζει η γνωστή μικρή ενοχή του Σεπτεμβρίου, που τη σέρνουμε πίσω στην πόλη μαζί με την άμμο στα σανδάλια.
Το πρόβλημα δεν είναι ότι δεν κάναμε αυτά που γράψαμε. Το πρόβλημα είναι ότι γράψαμε λάθος πράγματα. Τα καλύτερα καλοκαίρια μου δεν είχαν ούτε ένα αξιοθέατο. Είχαν στιγμές που δεν θα σκεφτόμουν ποτέ να προγραμματίσω, γιατί κανείς δεν προγραμματίζει το σημαντικό. Το σημαντικό έχει τη συνήθεια να έρχεται απρόσκλητο και να μην κλείνει ποτέ θέση.
Έφτιαξα λοιπόν μια λίστα με αυτά. Τα άλλα. Όσα δεν φωτογραφίζονται, δεν κοστίζουν, και δεν εντυπωσιάζουν κανέναν στο γραφείο τον Σεπτέμβρη. Μια bucket list για το καλοκαίρι που όντως συμβαίνει, όχι για εκείνο που σχεδιάζουμε.
Ορίστε.
1. Γέλα μέχρι να σε κοιτάξουν
Όχι το ευγενικό γέλιο. Όχι αυτό που βγάζεις σε δείπνο όταν κάποιος λέει ανέκδοτο που έχεις ξανακούσει και αποφασίζεις να είσαι καλός άνθρωπος. Μιλάω για το άλλο. Το άσχημο. Αυτό που ξεκινάει από το στομάχι, σου κόβει την ανάσα, σε κάνει να χτυπάς το τραπέζι σαν να του χρωστάει, και κάπου στη μέση βγάζεις έναν ήχο που δεν παραδέχεσαι ότι είναι δικός σου.
Το γέλιο αυτό έχει έναν αλάνθαστο δείκτη επιτυχίας: τα κεφάλια από τα διπλανά τραπέζια. Αν γύρισαν, πέτυχε. Αν γύρισαν με εκείνο το βλέμμα, το ελαφρώς ενοχλημένο, το «εμείς εδώ προσπαθούμε να περάσουμε καλά», τότε πέτυχε διπλά. Δεν υπάρχει μεγαλύτερο κομπλιμέντο από την αποδοκιμασία ανθρώπων που βαριούνται. Σε ζηλεύουν, απλώς το εκφράζουν με τα φρύδια.
Το αστείο δεν χρειάζεται καν να είναι καλό. Τα καλύτερα γέλια της ζωής μου έχουν βγει από τις χειρότερες ατάκες, ειπωμένες στη σωστή ώρα, από λάθος άνθρωπο. Το καλοκαίρι απλώς χαμηλώνει τον πήχη, και ο χαμηλός πήχης είναι από τα μεγαλύτερα δώρα του.
2. Φάε καρπούζι πάνω από τον νεροχύτη
Υπάρχει τρόπος να φας καρπούζι σε πιάτο, με πιρούνι, καθιστή, σαν κυρία. Τον ξέρω. Τον έχω δει. Δεν τον σέβομαι.
Το καρπούζι είναι φρούτο που απαιτεί ταπείνωση. Τρώγεται σκυμμένη πάνω από τον νεροχύτη, με τη φέτα στο χέρι, με τους χυμούς να τρέχουν στον αγκώνα και να στάζουν με έναν ρυθμό που κανένας πολιτισμός δεν κατάφερε ποτέ να τιθασεύσει. Καμία μαχαιροπίρουνη σχέση. Καμία χαρτοπετσέτα, γιατί η χαρτοπετσέτα εδώ είναι δήλωση ματαιοδοξίας. Ο νεροχύτης τα δέχεται όλα, χωρίς σχόλιο, όπως οι πολύ καλοί φίλοι.
Υπάρχει μια θεωρία μου, την οποία δεν σκοπεύω να τεκμηριώσω ποτέ γιατί η τεκμηρίωση σκοτώνει τις καλές θεωρίες: ο άνθρωπος φαίνεται από το πώς τρώει όταν δεν τον βλέπει κανείς. Οι βαρετοί τρώνε το ίδιο και μόνοι τους. Οι υπόλοιποι έχουμε μια μυστική ζωή πάνω από τον νεροχύτη, τα μεσάνυχτα, με το ψυγείο ανοιχτό να φωτίζει σαν σκηνή θεάτρου. Το καλοκαίρι αυτή η ζωή δικαιώνεται. Είναι η εποχή που η προχειρότητα παίρνει επιτέλους τη θέση που της αξίζει, δηλαδή την πρώτη.
3. Ξέχνα τι μέρα είναι
Όχι «χαλάρωσε». Το «χαλάρωσε» είναι ρήμα που έχει καταστραφεί από τους ανθρώπους που το λένε σε άλλους. Μιλάω για κάτι πιο συγκεκριμένο και πιο δύσκολο: να φτάσεις στο σημείο όπου κάποιος σε ρωτάει «τι μέρα είναι σήμερα» και εσύ, με απόλυτη ειλικρίνεια, να μην ξέρεις. Να ψάξεις μέσα σου και να βρεις κενό. Ένα όμορφο, καθαρό, καλογυαλισμένο κενό.
Οι μέρες έχουν ονόματα για να μας υπενθυμίζουν τις υποχρεώσεις μας. Η Δευτέρα δεν είναι μέρα, είναι απειλή. Η Τετάρτη είναι διαπραγμάτευση. Η Παρασκευή είναι υπόσχεση που συνήθως δεν τηρείται. Όταν ξεχνάς τα ονόματα, ξεχνάς και τα συμβόλαια που κουβαλάνε, και για λίγο ο χρόνος ξαναγίνεται αυτό που ήταν πριν τον στολίσουμε με ημερολόγια: σκέτο φως που ανεβαίνει και κατεβαίνει.
Θέλει μέρες αυτό, να ξέρετε. Δεν έρχεται με το που πατήσεις σε λιμάνι. Τις πρώτες μέρες το μυαλό συνεχίζει να τρέχει στους ρυθμούς της πόλης, σαν υπάλληλος που ήρθε στη γιορτή αλλά κρατάει ακόμα τον χαρτοφύλακα. Κάπου στην τέταρτη μέρα τον αφήνει κάτω. Στην έκτη δεν θυμάται πού.
4. Δες μία ανατολή, κατά λάθος
Προσοχή στη διατύπωση, γιατί εδώ κρύβεται όλη η υπόθεση. Όχι «δες την ανατολή». Το να δεις την ανατολή επίτηδες, με ξυπνητήρι στις 5:40, είναι δραστηριότητα για ανθρώπους με πειθαρχία, και η πειθαρχία, όσο κι αν τη θαυμάζω από απόσταση, δεν κάνει καλές αναμνήσεις. Κάνει επιτεύγματα, που είναι άλλο πράγμα και σαφώς κατώτερο.
Η ανατολή που μετράει είναι αυτή που σε βρίσκει. Ήσουν έξω, η βραδιά τραβούσε, κάποιος είπε «μισό, τι ώρα είναι» και κανείς δεν απάντησε γιατί κανείς δεν ήθελε να μάθει, και κάποια στιγμή ο ουρανός άρχισε να ξεθωριάζει από τη μία άκρη, διακριτικά, σαν κάποιος να ανοίγει πόρτα σε σκοτεινό δωμάτιο. Και μείνατε. Όχι από ρομαντισμό, από αδράνεια, που είναι ο ρομαντισμός των ειλικρινών.

5. Μη φωτογραφίσεις κάτι πολύ όμορφο
Μία φορά. Δοκιμάστε το μία φορά, δεν ζητάω κατάργηση της τεχνολογίας, δεν είμαι γραφική. Θα βρεθείτε μπροστά σε κάτι, ένα ηλιοβασίλεμα, μια θάλασσα με εκείνο το χρώμα που δεν έχει όνομα, ένα τραπέζι με ανθρώπους που αγαπάτε πιασμένους στη μέση ενός γέλιου. Το χέρι θα πάει στην τσέπη μόνο του. Είναι εκπαιδευμένο, το καημένο, δεν φταίει.
Σταματήστε το. Αφήστε το κινητό εκεί που είναι και κοιτάξτε το πράγμα με τα μάτια, αυτά τα δύο αρχαία εργαλεία που κουβαλάμε και ξεχνάμε ότι τραβάνε σε ανάλυση που καμία εταιρεία δεν έχει πλησιάσει.
Ξέρω το επιχείρημα: «θέλω να το θυμάμαι». Καλή μου, ας είμαστε ειλικρινείς μεταξύ μας, πότε άνοιξες τελευταία φορά τις 14.000 φωτογραφίες σου; Η μνήμη του τηλεφώνου είναι το πιο ακριβό νεκροταφείο της εποχής μας. Η δική σου μνήμη, αντίθετα, δουλεύει αλλιώς: κρατάει λίγα και τα κρατάει καλά, και μάλιστα τα βελτιώνει με τα χρόνια, γιατί η μνήμη είναι κολακευτική, ενώ η κάμερα, όπως θα ξέρει όποιος έχει δει τον εαυτό του σε φωτογραφία άλλου, δεν έχει καθόλου τρόπους.
Ό,τι δεν φωτογραφίζεις, το θυμάσαι λίγο ωραιότερο απ’ ό,τι ήταν.
6. Πες ένα «όχι» χωρίς δικαιολογία
Το καλοκαίρι είναι η εποχή των προσκλήσεων, και οι προσκλήσεις είναι υπέροχο πράγμα μέχρι που γίνονται πρόγραμμα. Κάπου στα μέσα Ιουλίου, αρχίζουν να θυμίζουν εργασιακή εβδομάδα με καλύτερα ρούχα: τραπέζι εδώ, βαρκάδα εκεί, «θα ‘ρθεις, έτσι;» παντού.
Η άσκηση είναι απλή στη διατύπωση και τρομακτική στην εκτέλεση: μία φορά, πείτε όχι, τελεία. Χωρίς «έχω κανονίσει». Χωρίς πονοκέφαλο-φάντασμα. Χωρίς εκείνο το μακρύ επεξηγηματικό μήνυμα που γράφουμε και σβήνουμε τρεις φορές. Ένα «δεν θα έρθω, να περάσετε τέλεια» και μετά ησυχία.
Η δικαιολογία είναι φόρος που πληρώνουμε στην ιδέα ότι ο χρόνος μας δεν μας ανήκει, ότι χρειάζεται συμβολαιογράφο για να μείνει ένα βράδυ στο σπίτι. Δεν χρειάζεται. Το ξέρω, το πρώτο σκέτο «όχι» βγαίνει με σφίξιμο, σαν να έχεις κάνει κάτι παράνομο. Το δεύτερο βγαίνει πιο εύκολα. Στο τρίτο ανακαλύπτεις ότι κανείς δεν πληγώθηκε, κανείς δεν θύμωσε, και ότι το βράδυ που κέρδισες, με το μπαλκόνι, το παγωμένο ποτήρι και το απολύτως τίποτα, ήταν καλύτερο από τα μισά τραπέζια της σεζόν. Οι άλλοι, θα δείτε, σέβονται περιέργως όποιον δεν απολογείται. Μυρίζονται ότι κάτι ξέρει.
7. Βαρέσου σωστά
Η βαρεμάρα έχει κακό όνομα, όπως όλα τα πράγματα που δεν παράγουν τίποτα μετρήσιμο. Την έχουμε κηρύξει εχθρό και τη σκοτώνουμε επιτόπου, μόλις εμφανιστεί, με το πρώτο διαθέσιμο όπλο, που είναι πάντα στην τσέπη μας και έχει οθόνη.
Και όμως. Η σωστή βαρεμάρα, η καλοκαιρινή, η βαθιά, αυτή που σε πιάνει τρεις το μεσημέρι όταν έξω τα τζιτζίκια κάνουν το ένα και μοναδικό τους αστείο και μέσα δεν κουνιέται τίποτα, αυτή η βαρεμάρα είναι έδαφος. Εκεί πάνω φυτρώνουν όλα τα ενδιαφέροντα: οι παράξενες ιδέες, τα σχέδια που δεν θα υλοποιήσεις ποτέ αλλά θα σε διασκεδάσουν για ώρες, οι αναμνήσεις που δεν ήξερες ότι κρατούσες, οι μεγάλες αποφάσεις που ωριμάζουν μόνο σε σκιά.
Η οθόνη δεν σκοτώνει τη βαρεμάρα. Την αναβάλλει, με τόκο. Γι’ αυτό λέω: μία φορά αυτό το καλοκαίρι, όταν έρθει το μεγάλο τίποτα του απογεύματος, μην το διώξετε. Ξαπλώστε μέσα του. Κοιτάξτε το ταβάνι, που είναι υποτιμημένο θέαμα. Το μυαλό θα γκρινιάξει το πρώτο τέταρτο, όπως γκρινιάζουν τα παιδιά πριν τον μεσημεριανό ύπνο, και μετά θα σας πάει κάπου. Πουθενά σπουδαία, ίσως.
8. Μείνε στο νερό μέχρι να ζαρώσεις
Κάποια στιγμή, ενηλικιωθήκαμε και το μπάνιο έγινε διεκπεραίωση. Μπαίνουμε, βρεχόμαστε, δέκα λεπτά, βγαίνουμε, «ωραία τα νερά σήμερα», πετσέτα. Μετράμε το κολύμπι όπως μετράμε τα πάντα: σαν να μας περιμένει κάτι σημαντικότερο, ενώ αυτό που μας περιμένει είναι, στην καλύτερη περίπτωση, μια ξαπλώστρα.
Τα παιδιά ξέρουν καλύτερα. Τα παιδιά βγαίνουν από τη θάλασσα μόνο με απειλές, μελανιασμένα, με δόντια που χτυπάνε και δάχτυλα σαν σταφίδες, και αν τα ρωτήσεις θα σου πουν ότι έμειναν λίγο. Έχουν δίκιο. Το ζάρωμα των δαχτύλων δεν είναι σημάδι υπερβολής, είναι απόδειξη παραμονής, η σφραγίδα που βάζει η θάλασσα στα διαβατήρια όσων την επισκέφτηκαν κανονικά και όχι εθιμοτυπικά.
Μία φορά φέτος, μείνετε. Χωρίς λόγο, χωρίς ώρα εξόδου. Κολυμπήστε λίγο, μετά σταματήστε και απλώς επιπλεύστε, με τα αυτιά κάτω από την επιφάνεια, εκεί που ο κόσμος κλείνει τον ήχο του και μένει μόνο ο δικός σας σφυγμός και κάτι μακρινά, φιλικά μουρμουρητά του βυθού. Είναι το φθηνότερο σπα του πλανήτη και το μόνο χωρίς μουσική υπόκρουση.
9. Φόρεσε τα καλά σου χωρίς αφορμή
Όλες έχουμε ένα. Το φόρεμα, το πουκάμισο, το οτιδήποτε, που κρέμεται στην ντουλάπα με ύφος πρωταγωνίστριας και περιμένει «την περίσταση». Το αγοράσαμε με χτυποκάρδι, το δοκιμάσαμε τρεις φορές μπροστά στον καθρέφτη με φανταστικό ακροατήριο, και μετά το φυλάξαμε. Για τον γάμο. Για το ραντεβού. Για μια ζωή ελαφρώς λαμπερότερη από αυτή που έχουμε, η οποία όλο έρχεται και όλο κάτι την καθυστερεί.
Το πρόβλημα με τις περιστάσεις είναι ότι δεν διαβάζουν το πρόγραμμά μας. Και έτσι τα καλύτερα ρούχα μας γερνάνε άπραγα, σαν ταλέντα σε λάθος χώρα, ενώ εμείς κατεβαίνουμε για ποτό με το γνωστό μαύρο, το ασφαλές, αυτό που δεν υπόσχεται τίποτα και κρατάει τον λόγο του.
Η πρότασή μου: ένα εντελώς αδιάφορο βράδυ αυτού του καλοκαιριού, Τρίτη ας πούμε, με πρόγραμμα μια βόλτα στο λιμάνι και τίποτα παραπάνω, φορέστε το. Το καλό. Ναι, αυτό. Θα νιώσετε υπερβολική για περίπου επτά λεπτά. Μετά θα νιώσετε κάτι άλλο, που μοιάζει ύποπτα με τον εαυτό σας σε καλύτερη έκδοση, και θα καταλάβετε το προφανές που κρύβαμε τόσο επιμελώς: η περίσταση δεν είναι κάτι που συμβαίνει. Είναι κάτι που αποφασίζεις. Ένα ωραίο ρούχο σε ένα άδειο βράδυ δεν είναι σπατάλη. Σπατάλη είναι το ωραίο ρούχο στην ντουλάπα, που είναι και ο μόνος ορισμός της οικονομίας με τον οποίο διαφωνώ σε προσωπικό επίπεδο.
Και αν σας ρωτήσουν «πού πας έτσι», υπάρχει μόνο μία σωστή απάντηση, ειπωμένη με το πιο ήρεμο βλέμμα σας: «Πουθενά». Παρακολουθήστε την αμηχανία τους. Είναι από τα καλύτερα θεάματα του καλοκαιριού.
10. Κάνε μια φιλία διάρκειας μίας βραδιάς
Υπάρχει ένα είδος ανθρώπου που γνωρίζεις μόνο το καλοκαίρι: ο άνθρωπος της μίας βραδιάς. Όχι με την έννοια που πήγε το μυαλό σας, αν και δεν κρίνω. Εννοώ τον άγνωστο με τον οποίο πιάνεις κουβέντα σε ένα μπαρ, σε ένα λιμάνι, σε ένα τραπέζι που ενώθηκε με το διπλανό επειδή κάποιος ζήτησε αναπτήρα, και μέσα σε τρεις ώρες του έχεις πει πράγματα που οι φίλοι σου περιμένουν χρόνια να ακούσουν.
Η μαγεία της βραδινής φιλίας είναι ακριβώς ότι δεν έχει μέλλον. Κανένα επόμενο ραντεβού, καμία υποχρέωση, καμία εικόνα να συντηρήσεις. Μιλάς ελεύθερα όπως μιλάνε μόνο όσοι δεν θα λογοδοτήσουν. Και το παράδοξο είναι ότι μέσα σε αυτή την ελευθερία βγαίνει συχνά περισσότερη αλήθεια απ’ όση σε δεσμούς δεκαετιών, γιατί η αλήθεια, ντροπαλό πλάσμα καθώς είναι, εμφανίζεται πιο εύκολα μπροστά σε ανθρώπους που δεν θα ξαναδεί.
Μην ανταλλάξετε προφίλ. Το λέω με όλη μου την αγάπη: μην. Το τηλέφωνο θα μετατρέψει μια τέλεια βραδιά σε μια αργή, αμήχανη αλληλογραφία δύο εορταστικών «χρόνια πολλά» τον χρόνο, μέχρι τη σιωπή. Αφήστε τη βραδιά ακέραιη. Κάποια πράγματα είναι πολύτιμα ακριβώς επειδή τελειώνουν στην ώρα τους, και όποιος έχει δει σειρά να συνεχίζεται πέραν της τρίτης σεζόν με καταλαβαίνει.
11. Μην τα κάνεις όλα
Και φτάνουμε στο τελευταίο, που είναι και η παγίδα ολόκληρης της υπόθεσης. Γιατί σας ξέρω. Με ξέρω. Υπάρχει ένας δαίμονας μέσα μας, καλοντυμένος, με στυλό, που διαβάζει ακόμα και μια λίστα σαν την παραπάνω και αρχίζει να τσεκάρει. «Καρπούζι, έγινε. Ανατολή, εκκρεμεί. Να προγραμματίσω βαρεμάρα για Πέμπτη». Και ξαφνικά η λίστα κατά της υποχρέωσης έγινε υποχρέωση, που είναι ο τρόπος του δαίμονα να κερδίζει πάντα.
Οπότε, όχι. Αυτή η λίστα δεν τσεκάρεται. Διαβάζεται, ξεχνιέται, και αν το καλοκαίρι θελήσει, κάτι από αυτά θα σας συμβεί μόνο του, που είναι και ο μόνος σωστός τρόπος. Αν τον Σεπτέμβρη έχετε κάνει δύο από τα έντεκα, είστε μια χαρά. Αν δεν έχετε κάνει κανένα αλλά περάσατε καλά, είστε ακόμα καλύτερα, και επιπλέον μου γλιτώσατε τον κόπο να γράψω συμπέρασμα.
Το καλοκαίρι δεν είναι εξεταστική. Δεν βαθμολογείται, δεν συγκρίνεται, και δεν χρωστάει σε κανέναν να είναι «το καλύτερο ever». Είναι λίγοι μήνες με πολύ φως, και το μόνο που ζητάει από εμάς είναι να είμαστε εκεί όταν συμβαίνει. Ακούγεται εύκολο. Είναι το δυσκολότερο σημείο της λίστας, γι’ αυτό και το έκρυψα στο τέλος, εκεί που φτάνουν μόνο οι καλοί.
Καλό καλοκαίρι. Ό,τι κι αν σημαίνει αυτό για τον καθένα, και ελπίζω να μη σημαίνει Προυστ.
Υ.γ.: Ναι, το ξέρω, το «μη φωτογραφίσεις» το γράφω σε blog που θα μοιραστώ με φωτογραφία. Η συνέπεια είναι αρετή των ανθρώπων που δεν έχουν αρκετές απόψεις.
-Α

Leave a Reply