Πρώτες μέρες στη σεζόν, ή πώς πέρασα στην άλλη πλευρά

Categories:

Ήρθα σεζόν για τα χρήματα. Αυτό λέω σε όποιον ρωτάει, γιατί είναι η μόνη απάντηση που δεν προκαλεί δεύτερη ερώτηση. Αν πεις «ήρθα για να φύγω από την Αθήνα», θα σε ρωτήσουν από τι φεύγεις. Αν πεις «ήρθα για να σκεφτώ», θα σε κοιτάξουν με συμπόνια. Τα χρήματα είναι το μόνο κίνητρο που οι άνθρωποι σέβονται χωρίς να το εξετάζουν. Γι’ αυτό και το χρησιμοποιώ.

Δεν θα σας πω πού δουλεύω. Όχι από διακριτικότητα αλλά γιατί ένα μέρος που περιγράφεται με ακρίβεια παύει να είναι ενδιαφέρον. Θα σας πω μόνο ότι έχει υποδοχή, έχει μπαρ, έχει θέα, και ότι εγώ στέκομαι ανάμεσα στα τρία, με ένα χαμόγελο που αποτελεί πλέον μέρος της στολής.

Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά, γιατί πριν περάσω στην άλλη πλευρά, πρόλαβα να ζήσω μία, ακριβώς μία, μέρα από τη σωστή.

Η μέρα πριν

Έφτασα με το πλοίο της γραμμής και μια βαλίτσα που είχα γεμίσει με αισιοδοξία και λάθος ρούχα. Μέσα είχα βάλει τρία βιβλία. Κρατήστε αυτή την πληροφορία, θα τη χρειαστείτε για να γελάσετε αργότερα.

Η δουλειά ξεκινούσε την επομένη. Είχα λοιπόν μπροστά μου ένα ολόκληρο ελεύθερο απόγευμα και ένα πρωινό, τη μοναδική “φέτα” του καλοκαιριού όπου θα ήμουν στο νησί ανεμελή. Αποφάσισα να τη ζήσω όπως πρέπει: μόνη, χωρίς πρόγραμμα και χωρίς να μιλήσω σε κανέναν. Όσοι με ξέρουν, ξέρουν ότι οι κουβέντες μου στοιχίζουν, ακόμα κι οι καλές. Κάθε ατάκα, κάθε γέλιο, κάθε «καλημέρα» με ψυχή είναι κουραστική αν και διασκεδαστική. Οι εξωστρεφείς φορτίζουν με τους ανθρώπους. Εγώ φορτίζω σε μια καρέκλα, μόνη, διαβάζοντας ένα βιβλίο που δεν περιμένει τίποτα από μένα.

Πήρα έναν δρόμο μακριά από τα μαγαζιά, με τα πόδια, χωρίς προορισμό, που είναι ο μόνος τρόπος να φτάσεις κάπου που αξίζει. Το νησί τον Ιούνιο είναι μισοκοιμισμένο ακόμα. Τα μαγαζιά ανοίγουν ένα ένα, σαν μάτια μετά από μεσημεριανό ύπνο. Οι ντόπιοι κινούνται με την άνεση ανθρώπων που ξέρουν τι έρχεται και την απολαμβάνουν όσο λείπει. Μια γιαγιά πότιζε γλάστρες μέσα στη ζέστη και με χαιρέτησε με το βλέμμα ανθρώπου που έχει δει πολλές σαν εμένα να περνάνε και ξέρει ακριβώς πόσο θα κρατήσουμε. Της απάντησα, και η κουβέντα δεν με κούρασε καθόλου. Αρχίζω να υποψιάζομαι ότι δεν με κουράζουν οι κουβέντες. Με κουράζουν οι κουβέντες που πρέπει να πετύχουν κάτι. Η καλημέρα της γιαγιάς δεν ήθελε τίποτα από μένα. Γι’ αυτό και μου έδωσε.

Σε ένα παντοπωλείο από αυτά που πουλάνε τα πάντα αγόρασα σταφύλια, ψωμί και ένα κομμάτι φέτα σε λαδόκολλα.

Βρήκα μια παραλία μικρή, χωρίς ξαπλώστρες, χωρίς τίποτα να σου πουλήσει κανείς, πράγμα τόσο σπάνιο πλέον που σχεδόν ντράπηκα, σαν να είχα ανοίξει λάθος πόρτα. Δεν θα σας πω πού είναι. Έφαγα τα σταφύλια μου. Κοίταξα το νερό με τον τρόπο που κοιτάς κάποιον σε πάρτι όταν ξέρετε κι οι δύο ότι θα μιλήσετε αλλά κανείς δεν κάνει την αρχή. Και μετά μπήκα.

Δεν θα σας περιγράψω το κολύμπι, γιατί η περιγραφή του κολυμπιού είναι το σημείο όπου ναυαγούν και καλύτεροι από μένα. Θα πω μόνο ότι έμεινα μέσα πολλή ώρα, ότι δεν σκέφτηκα απολύτως τίποτα, και ότι η θάλασσα αποδείχθηκε η ιδανική παρέα για εσωστρεφείς: σε αγκαλιάζει ολόκληρη και δεν σου κάνει ούτε μία ερώτηση.

Βγήκα, στέγνωσα, και είπα στον εαυτό μου: αυτό ήταν. Από αύριο, το νησί θα το βλέπω από την υπηρεσιακή του πλευρά. Ευτυχώς δεν ήξερα πόσο δίκιο είχα, γιατί θα χαλούσα και αυτή τη μέρα.

Γύρισα το απόγευμα, καμένη στους ώμους με ένα σχέδιο που μαρτυράει πόση εμπιστοσύνη είχα στο αντηλιακό και πόση αξία είχε αυτή η εμπιστοσύνη.

Η πρώτη μέρα

Το δωμάτιο που μου έδωσαν είναι αυτό που οι αγγελίες αποκαλούν «λιτό» και οι ένοικοι «κελί με μπαλκόνι». Έχει δυο κρεβάτια, μια ντουλάπα που κλείνει με την προϋπόθεση ότι δεν θα βάλεις τίποτα μέσα, και θέα σε μια γωνία θάλασσας, αν σκύψεις από το μπαλκόνι με τρόπο που θα ανησυχούσε τη μητέρα μου. Η θάλασσα είναι εκεί, εγώ είμαι εδώ, και μετά την πρώτη μέρα η σχέση μας έγινε ξανά πλατωνική, όπως όλες οι σχέσεις που ξεκινούν πολύ καλά.

Η δουλειά μου είναι η υποδοχή, με ενίσχυση στο μπαρ όταν το πράγμα ανάβει, δηλαδή, όπως μαθαίνω, από τις τέσσερις το μεσημέρι και μετά. Στην υποδοχή είμαι το πρώτο πρόσωπο που βλέπουν οι άνθρωποι όταν φτάνουν. Σκεφτείτε το λίγο αυτό. Εγώ, ο άνθρωπος που στην Αθήνα είχε χτίσει ολόκληρη ζωή με προσεκτικά κενά για να μην είναι το πρώτο πρόσωπο κανενός, υποδέχομαι πλέον επαγγελματικά. «Welcome», λέω. «Καλώς ορίσατε». Και το εννοώ με τον τρόπο που εννοεί κανείς οτιδήποτε λέει σαράντα φορές τη μέρα: τις πρώτες πέντε.

Η ειρωνεία δεν μου διαφεύγει. Με προσέλαβαν για το χαμόγελό μου, δηλαδή για το ακριβότερο πράγμα που διαθέτω. Στην Αθήνα το έδινα με φειδώ, σε επιλεγμένους, ύστερα από αξιολόγηση. Εδώ το φοράω στις οχτώ και το βγάζω με τη βάρδια, και έχω ανακαλύψει κάτι που με ταρακούνησε: το επαγγελματικό χαμόγελο κουράζει λιγότερο από το αληθινό. Το αληθινό βγαίνει από τον λογαριασμό. Το επαγγελματικό είναι εταιρικό έξοδο. Δεν ξέρω τι λέει αυτό για την ανθρωπότητα, αλλά για τις αντοχές μου λέει εξαιρετικά νέα.

Το προσωπικό

Τη δεύτερη μέρα γνώρισα τους συναδέλφους μου, δηλαδή τους ανθρώπους με τους οποίους θα περάσω περισσότερες ώρες απ’ ό,τι με οποιονδήποτε έχω αγαπήσει. Δεν θα τους ονομάσω. Θα τους περιγράψω, που είναι χειρότερο.

Υπάρχει η κοπέλα από την Πάτρα, βετεράνος της υποδοχής, που κάνει τη σεζόν χρόνια και ξέρει πράγματα. Ξέρει ποιος πελάτης θα γίνει πρόβλημα. Ξέρει ποιο ζευγάρι θα αφήσει “μπουρμπουάρ”. Με κοίταξε την πρώτη μέρα, κατάλαβε αμέσως ότι δεν ξέρω τίποτα, και αποφάσισε να με υιοθετήσει με τη βαριά καρδιά ανθρώπου που υιοθετεί αδέσποτο γνωρίζοντας πώς τελειώνουν αυτά.

Υπάρχει ο μπάρμαν, για τον οποίο θα πω μόνο ότι έχει την αυτοπεποίθηση ανθρώπου που δεν έχει διαβάσει ποτέ κριτική για τον εαυτό του. Με τα ποτά του έχω σχέση αποκλειστικά μεταφορική: εκείνος τα φτιάχνει, εγώ τα πηγαίνω. Δεν με αφήνει να αγγίξω ούτε σέικερ ούτε πάγο, λες και τα κοκτέιλ είναι έργα τέχνης κι εγώ η εταιρεία μεταφορών, πράγμα που, αν το καλοσκεφτείς, είναι ακριβώς η συμφωνία μας. Η εκπαίδευσή μου κράτησε τρεις προτάσεις: ο δίσκος δεν σηκώνεται από τη μέση, με τον δίσκο δεν τρέχουμε ποτέ, και το ντεκόρ να κοιτάει πάντα τον πελάτη. Ρώτησα γιατί το τελευταίο. Με κοίταξε όπως κοιτάς όποιον ρωτάει γιατί ανατέλλει ο ήλιος από την ανατολή.

Υπάρχει ο Σερβιτόρος, με σίγμα κεφαλαίο, γιατί έτσι το επιβάλλει. Δεκαετίες στο επάγγελμα, κινήσεις χορευτή που βαριέται, και η ικανότητα να κουβαλάει έναν ολόκληρο γάμο στα δύο χέρια χωρίς να αλλάξει έκφραση. Δεν μιλάει πολύ. Παρατηρεί. Έχω την αίσθηση ότι μας βαθμολογεί όλους διαρκώς, σε ένα σύστημα που δεν θα μας κοινοποιήσει ποτέ, και ότι η βαθμολογία μου είναι «πάσο, αλλά ας περάσει ο Ιούλιος να δούμε».

Υπάρχει ο ράνερ, ένα παιδί σε μόνιμη κίνηση που μιλάει με μισές λέξεις γιατί ολόκληρες δεν προλαβαίνει. Την τρίτη μέρα, εν κινήσει, μου πέταξε «εσύ διαβάζεις», με τον τόνο που λες σε κάποιον «εσύ καπνίζεις». Δεν ήταν ερώτηση και δεν περίμενε απάντηση, είχε ήδη φύγει. Από τότε με σέβεται με έναν τρόπο επιφυλακτικό, όπως σέβεσαι κάποιον που έχει μια συνήθεια που δεν καταλαβαίνεις αλλά δεν σε ενοχλεί ακόμα.

Και υπάρχει ο πορτιέρης, το αγαπημένο μου επιστημονικό φαινόμενο. Απλός άνθρωπός, χωρίς καμία θεωρία για τίποτα, που στέκεται στην είσοδο και φέρνει κόσμο μέσα με δύο φράσεις κι ένα χαμόγελο, σαν να μην υπάρχει τίποτα πιο φυσικό από το να αλλάζεις τα σχέδια αγνώστων στη μέση του δρόμου. Δεν έχει τεχνική. Έχει κάτι χειρότερο: του αρέσουν ειλικρινά οι άνθρωποι, όλοι, αδιακρίτως, και εκείνοι το μυρίζονται και κάθονται. Τον μελετάω από την υποδοχή όπως μελετάει ο πτωχός τον εφοπλιστή. Αν η ομιλία ήταν νόμισμα, εγώ ζω με επίδομα κι αυτός τυπώνει.

Με αυτούς τους ανθρώπους ανταλλάσσω αστεία όλη μέρα, και τα αστεία μού αρέσουν. Το γέλιο του πάγκου είναι το πιο τίμιο γέλιο που υπάρχει, γιατί κανείς δεν έχει την ενέργεια να προσποιηθεί. Αλλά η σεζόν είναι ένα σπίτι χωρίς διαδρόμους. Βάρδια, μετά φαγητό με το προσωπικό, μετά «έλα κάτσε λίγο», μετά ύπνος, μετά ξανά. Την τέταρτη μέρα, στο διάλειμμα, πήγα και κάθισα πίσω από την αποθήκη, σε ένα τελάρο, μόνη. Πέντε λεπτά αργότερα εμφανίστηκε η Παατρινία, με κοίταξε, και αντί να πει οτιδήποτε, μου έδωσε ένα παγωμένο νερό και έφυγε. Νομίζω ότι εκείνη τη στιγμή την ερωτεύτηκα λίγο. Η μεγαλύτερη τρυφερότητα που μπορεί να σου δείξει ένας άνθρωπος είναι να καταλάβει πότε δεν τον χρειάζεσαι.

Οι πρώτοι πελάτες

Οι τουρίστες έχουν αρχίσει να έρχονται. Λίγοι ακόμα, οι πρώιμοι, αυτοί που πιστεύουν ότι ανακάλυψαν κάτι. Είναι το πιο συμπαθητικό είδος, γιατί η αυταπάτη τούς κάνει ευγενικούς. Τον Αύγουστο θα έρθουν οι άλλοι, αυτοί που πιστεύουν ότι πλήρωσαν για κάτι, που είναι η αρχή κάθε αγένειας.

Από την υποδοχή ήδη έμαθα πράγματα. Έμαθα ότι «are you still serving breakfast?» ρωτιέται κατά προτίμηση κάτω από την πινακίδα που γράφει τις ώρες του πρωινού, και ότι η σωστή απάντηση δεν είναι να δείξεις την πινακίδα, όσο κι αν το χέρι σου το ζητάει. Έμαθα ότι ο κωδικός του wifi είναι η πιο περιζήτητη πληροφορία του δυτικού κόσμου, πάνω από την υγεία και τον έρωτα. Έμαθα ότι «it looks different in the photos» είναι παράπονο που διατυπώνεται με τη βεβαιότητα ανθρώπου που δεν έχει φωτογραφηθεί ποτέ ο ίδιος κολακευτικά. Και έμαθα, από το μπαρ πλέον, ότι το ντεκορ στο κοκτέιλ δεν είναι διακόσμηση. Είναι συμβόλαιο. Ο πελάτης δεν πληρώνει δεκαπέντε ευρώ για το ποτό. Πληρώνει για τη φωτογραφία του ποτού, και το ντεκόρ είναι η υπογραφή.

Και έμαθα ένα είδος ευτυχίας που δεν το είχα ξανασυναντήσει: την ευτυχία του τέλους της βάρδιας. Κάθεσαι, βγάζεις τα παπούτσια, και για δέκα λεπτά δεν θέλεις τίποτα. Στην Αθήνα ήθελα συνέχεια πράγματα. Το να μη θέλεις τίποτα αποδεικνύεται είδος πολυτελείας, και μάλιστα από τα ακριβά.

Απολογισμός

Τα τρία βιβλία; Σελίδες διαβασμένες: μηδέν. Το ένα το χρησιμοποιώ ως βάση για τον καφέ μου στο μπαλκόνι. Η λογοτεχνία βρίσκει πάντα τρόπο να φανεί χρήσιμη, αρκεί να μην έχεις απαιτήσεις.

Όσο για το αν θα αντέξω τη σεζόν: δεν ξέρω, και η άγνοια αυτή μού προκαλεί μια περιέργεια σχεδόν επιστημονική. Στην Αθήνα ήξερα ακριβώς τι θα κάνω κάθε μέρα, γι’ αυτό και δεν έκανα τίποτα. Εδώ δεν ξέρω τίποτα, και κάνω τα πάντα. Κάποιο συμπέρασμα κρύβεται εδώ μέσα, αλλά είμαι πολύ κουρασμένη για να το βγάλω, και η κούραση, ανακαλύπτω, είναι εξαιρετική δικαιολογία για να μην έχεις συμπεράσματα.

Ίσως γι’ αυτό ήρθα, τελικά. Όχι για τα χρήματα. Για να έχω επιτέλους μια αξιοπρεπή δικαιολογία να μη σκέφτομαι.

Αλλά αν με ρωτήσετε, ήρθα για τα χρήματα.

Υ.γ: το προσωπικό με θέλει σε ένα πάρτι σε παραλία. Είπα «θα δω». Όσοι με ξέρουν, ξέρουν. Όσοι δεν με ξέρουν, θα μάθουν.


Comments

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *